Μετάφραση "παραιτηθεί" στη νορβηγική γλώσσα:
Λεξικό Ελληνικά-Νορβηγός
παραδείγματα (Εξωτερικές πηγές, δεν αναθεωρούνται)
| Που τον έκανες να παραιτηθεί | Tar seg av jorden. |
| Ο Γκάνον είναι επικεφαλής. Έχω παραιτηθεί. | Gannon har kommandoen. |
| Πού θα βρισκόταν αν είχε παραιτηθεί | Tenk om han hadde sagt opp? |
| Σίγουρα θα παραιτηθεί από αυτή την ριψοκίνδυνη ιδέα. | Kanskje han gir opp denne ville idéen. |
| Ο κατηγορούμενος θα παραιτηθεί και θα παραμείνει σιωπηλός. | Tiltalte vil frafalle lesing av opplysningene og st taus. |
| Έχεις πρακτικά παραιτηθεί από αστυνόμος σ'αυτήν την πόλη. | Du har praktisk talt gitt opp å være marshal her i byen. |
| Τώρα έσεις όλοι αποφασίσατε να παραιτηθεί απ'το πόστο του . | Dere har alle konkludert med at han rømte fra posten sin. |
| Αλήθεια 'Ωστε ο κος Πενέλ επιμένει να θέλει να παραιτηθεί | Ha De tenkt å slutte, Pennell? |
| Θέλουμε αυτός ο άντρας να παραιτηθεί, να αποχωρήσει να χαθεί. | Vi vil at mannen skal holde opp. |
| Γι' αυτό κι εγώ έχω παραιτηθεί απ' όλες σχεδόν τις λεγόμενες κοινωνικές επαφές . | Det har medført at jeg har avstått fra praktisk talt alt såkalt samvær. |
| Η κυβέρνησή μου δεν θα στηρίξει την Αίγυπτο στην εξέγερση. αλλά θα ζητήσει απ' το χεδιβάτο να παραιτηθεί απ' τον έλεγχο στο Σουδάν. | Regjeringen min vil ikke støtte Egypt under oppstanden, men vil overtale khediven til å oppgi kontroll over Sudan. |
| Και αν αυτός ο άνθρωπος μ'ακούει αυτή την στιγμή του συνιστώ, στο όνομα του νόμου και της τάξης να παραιτηθεί απ'αυτή την σταυροφορία και να παραδωθεί στην αστυνομία. | Og hvis denne personen hører på meg nå oppfordrer jeg ham til å stanse dette enmannsk orstoget og melde seg hos politiet. |
Σχετικές αναζητήσεις: παραιτηθεί -