Μετάφραση "τυχαία συνάρτηση" στη νορβηγική γλώσσα:


  Λεξικό Ελληνικά-Νορβηγός

Τυχαία - μετάφραση : Τυχαία - μετάφραση : Τυχαία - μετάφραση : τυχαία - μετάφραση :

  παραδείγματα (Εξωτερικές πηγές, δεν αναθεωρούνται)

Συνάρτηση
Funksjon
Συνάρτηση δέλτα
Deltafunksjon
Συνάρτηση χρώματος
Fargefunksjon
Τυχαία
Tilfeldig
Τυχαία...
Et lykketreff.
Κλιμακωμένη συνάρτηση δέλταwish function
Deltafunksjon stegvis
Τυχαία σπορά
Tilfeldig seed
Γνωριστήκαμε τυχαία.
Til nå har vi bare møttes i forbifarten.
Συνάρτηση βασισμένη σε ημίτονο π
sin p basert funksjon
Τυχαία από σπόρο
Tilfeldige tall fra seed
Αρχικά, εντελώς τυχαία.
Første sporet fikk jeg rent tilfeldig.
Οχι, τυχαία μπλέχτηκα.
Nei, jeg havnet i det tilfeldig.
Τ' άκουσα τυχαία.
Hvordan vet min make det?
Με τυχαία δύναμη (0,10)
Med vilkårlig potens (0,10)
Με τυχαία δύναμη (0,1)
Med vilkårlig potens (0,1)
Τυχαία από σπόρο (κοινό)
Tilfeldige tall fra seed (delt)
Καταφθάνουν με τυχαία σειρά.
Lander de tilfeldig?
Τυχαία, όπως εσύ κι εγώ.
Å, bare hellet, som med deg og meg.
Σουλατσάραμε και τυχαία βρεθήκαμε εδώ.
Vi bare snuser rundt helt tilfeldig, og her er vi.
Εντελώς τυχαία γιατι με εμπιστεύτηκες
Men hvorfor stolte du på meg?
Κι εμένα τυχαία με γνώρισες.
Det var sånn du traff meg. I forbifarten.
Τον συνάντησα τυχαία στο Σικάγο.
Jeg løp på ham i Chicago.
Είπατε τυχαία κάτι πολύ σημαντικό.
Der sa De noe...
Άρα δεν ήταν τυχαία συνάντηση.
Da er ikke dette tilfeldig.
Οϋτε τυχαία μας βοήθησε ο Λουίς Μπερνάρ στο λεωφορείο... ούτε τυχαία μας άνοιξε κουβέντα.
Det var ikke noe tilfelle at Bernard hjalp oss i bussen og innledet en samtale.
Τον είδα τυχαία σ' ένα μπαρ.
Jeg motte Johnny i en bar.
Συνάντησα τυχαία τον κ. Τσου Τσου.
Jeg traff på mr Tøfftøff.
Συναντιούνται τυχαία όταν κανείς δεν τούς βλέπει.
De møtes tilfeldig der ingen kan se dem.
Αυτή η συνάντηση δεν είναι τυχαία, ε
Vårt møte er vel ingen tilfeldighet?
Και τυχαία συνάντησες πρώτη τον Δρα Μόρισι.
Dg ved en tilfeldighet traff du dr. Morrissey først.
Ο Τζόνι Όλα με είχε συναντήσει τυχαία.
Johnny Ola kom til meg i Beverly Hills.
Στο διαφορικό λογισμό, σας δίνουν μια συνάρτηση και βρίσκεις την παράγωγο.
I differensial beregning blir funksjonen gitt og differensialen er det du får.
Κάτι είπε η Εύα για το έργο, τυχαία.
Eve nevnte stykket, men i forbifarten.
Προς τα κει θα πήγαινα κι εγώ τυχαία.
Jeg skulle gå dit opp selv... Helt tilfeldig.
Δυο άνθρωποι συναντιούνται τυχαία. Όπως εσύ κι εγώ.
To karer møtes tilfeldigvis, som du og jeg.

 

Σχετικές αναζητήσεις: τυχαία συνάρτηση - τυχαία - επιλέγονται τυχαία - τυχαία διαδικασία - τυχαία κατανεμημένα - τυχαία δείγματα - συνάρτηση μεταφοράς - γεννήτρια συνάρτηση - συνάρτηση του χρόνου - συνάρτηση κατανομής -